Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006
Δεν μειώνω. Δεν κάνω εκπτώσεις. Έζησα ότι έζησα. Είδα ότι είδα. Ένιωσα ότι ένιωσα. Έκανα λάθη. Έκανα. Πολλά και μάλλον παιδαριώδη. Έζησα κοντά σου. Έφυγα όμως. Έφυγα γιατί δεν με ήθελες. Δεν ήθελες εμένα. Ήθελες μόνο αυτά που σου προσέφερα απλόχερα. Κατανοητό και πλέον πλήρως αντιληπτό. Πόνεσα. Έκλαψα. Πατήθηκα. Σαν άνθρωπος. Σαν γυναίκα. Με απέρριψα. Με έβαλα στην γωνία τιμωρία...

Ώσπου ήρθες εσύ. Και είδες σε μένα, ένα μικρό θαύμα όπως λες. Μου αρέσει όταν το λες αλλά δεν σε πιστεύω. Όχι ότι δεν θέλω αλλά δεν μπορώ. Δεν πρέπει. Αν το πιστέψω θα πληγωθώ περισσότερο μετά παρά τώρα που το αντιμάχομαι. Θαύμα! Εγώ; Είναι δυνατόν; Μην μου ρίχνεις σαν αστερόσκονη τα λόγια σου. Μην μου το κάνεις. Πονάει. Τσιμπάει. Τρυπάει την καρδιά. Το ξέρω ακούγεται αντιφατικό. Να περιμένω με λαχτάρα τέτοιες λέξεις και όταν τελικά μου τις λένε τα χείλη σου να στις επιστρέφω πίσω, άκομψα πολλές φορές. Ειρωνικά. Σαρκαστικά. Αλλά δεν ειρωνεύομαι εσένα. Δεν σαρκάζω εσένα. Όχι. Εμένα. Μόνο εμένα. Που έφτασα στον πάτο...

Βλέπεις με έριξα εκεί, για να φαίνεται το χαμηλό, ψηλό. Αλλά ακόμη και έτσι δεν σε είχα μειώσει ποτέ. Ποτέ. Με έκανες να αισθάνομαι τόσο μικρή, τόσο... που όταν ήρθε στην ζωή μου αυτή η όμορφη ψυχή που με θεωρεί θαύμα να την σπρώχνω με δύναμη μακριά μου. Μου έκανες κακό. Πέρασες και άφησες σημάδι. Με άλλαξες. Δεν ήμουν έτσι. Έλεγες ότι με θωράκιζες. Αλλά τελικά θωράκιζες εσένα. Εσένα με μένα. Δεν πειράζει, χάρισμα. Ότι έδωσα όταν το έδινα το ήθελα και το έκανα. Το έκανα από αγάπη. Ακατανόητη μεν αλλά αγάπη δε. Τώρα όμως όλα άλλαξαν...

Ήρθες εσύ και γλύκανε η ψυχή μου. Γέλασαν τα μάτια μου. Ξεδίψασαν τα χείλη μου. Άνοιξε η καρδιά μου. Πετάει. Φτερουγίζει. Κάνει όνειρα. Σχέδια... σχέδια μαζί σου. Σχέδια για μένα πια, για σένα...

Μου φαίνεται τελείως τρελό σαν κείμενο. Έχει μέσα του εμένα όμως. Την ζωή μου και τις σκέψεις μου. Και είμαι σίγουρη ότι όποιος διαβάσει προσεχτικά θα καταλάβει τον ύμνο σε ότι πέρασε... αλλά και τον ύμνο σε ότι ήρθε και εύχομαι να μείνει...